Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική προοδευτικός προοδευτική προοδευτικό
γενική προοδευτικού προοδευτικής προοδευτικού
αιτιατική προοδευτικό προοδευτική προοδευτικό
κλητική προοδευτικέ προοδευτική προοδευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προοδευτικοί προοδευτικές προοδευτικά
γενική προοδευτικών προοδευτικών προοδευτικών
αιτιατική προοδευτικούς προοδευτικές προοδευτικά
κλητική προοδευτικοί προοδευτικές προοδευτικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

προοδευτικός < προοδεύω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προοδευτικός

  1. που υποστηρίζει την πρόοδο
      αντώνυμα: συντηρητικός
  2. που αυξάνεται ή μειώνεται με μικρά βήματα
      αντώνυμα: απότομος

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία