Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

προοδεύω < αρχαία ελληνική προοδεύω < πρόοδος < πρό + ὁδός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική progresser)

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾo.oˈðe.vo/

  Ρήμα επεξεργασία

προοδεύω

Συγγενικές λέξεις επεξεργασία

Κλίση επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία