Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλή < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kaˈli/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καλή θηλυκό

  1. η πλευρά ενός υφάσματος, ρούχου ή γενικά επίπεδου αντικειμένου που θεωρείται ότι είναι η εξωτερική
    Αντώνυμα: ανάποδη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

καλή