Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τηράω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική τηρέω που μεταπλάστηκε κατά τα ρήματα σε -άω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τηράω και τηρώ, πρτ.: τηρούσα και τήραγα, στ.μέλλ.: θα τηράξω, αόρ.: τήραξα

  1. κοιτάζω με ένταση, σαν το παρατηρώ, βλέπω
    [...] το 'να (παιδί) τηράει το Δομοκό, τ' άλλο τη Μακρυνίτσα και μια βαρκούλα έρχεται [...]. (Καλαματιανό τραγούδι: Ποια μάνα έχει δυο παιδιά)