Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αξιοπαρατήρητος αξιοπαρατήρητη αξιοπαρατήρητο
γενική αξιοπαρατήρητου αξιοπαρατήρητης αξιοπαρατήρητου
αιτιατική αξιοπαρατήρητο αξιοπαρατήρητη αξιοπαρατήρητο
κλητική αξιοπαρατήρητε αξιοπαρατήρητη αξιοπαρατήρητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αξιοπαρατήρητοι αξιοπαρατήρητες αξιοπαρατήρητα
γενική αξιοπαρατήρητων αξιοπαρατήρητων αξιοπαρατήρητων
αιτιατική αξιοπαρατήρητους αξιοπαρατήρητες αξιοπαρατήρητα
κλητική αξιοπαρατήρητοι αξιοπαρατήρητες αξιοπαρατήρητα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αξιοπαρατήρητος < αξιο- + παρατηρώ + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αξιοπαρατήρητος, -η, -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία