Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
εἰδημον-
ονομαστική / εἰδήμων τὸ εἴδημον
      γενική τοῦ/τῆς εἰδήμονος τοῦ εἰδήμονος
      δοτική τῷ/τῇ εἰδήμον τῷ εἰδήμον
    αιτιατική τὸν/τὴν εἰδήμον τὸ εἴδημον
     κλητική ! εἴδημον εἴδημον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εἰδήμονες τὰ εἰδήμον
      γενική τῶν εἰδημόνων τῶν εἰδημόνων
      δοτική τοῖς/ταῖς εἰδήμοσῐ(ν) τοῖς εἰδήμοσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς εἰδήμονᾰς τὰ εἰδήμον
     κλητική ! εἰδήμονες εἰδήμον
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εἰδήμονε τὼ εἰδήμονε
      γεν-δοτ τοῖν εἰδημόνοιν τοῖν εἰδημόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'εὐδαίμων' όπως «εὐδαίμων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εἰδήμων < θέμα εἰδ- όπως στο απαρέμφατο εἰδέναι του οἶδα < Ϝοιδ- κατά ετεροίωση από το θέμα Ϝειδ- του ρήματος εἴδω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εἰδήμων, -ων, -ον

  1. γνώστης, ο έμπειρος
  2. εξοικειωμένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία