↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική -σῐς αἱ εις
      γενική τῆς -σεως τῶν -σεων
      δοτική τῇ ει ταῖς -σεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν -σῐν τὰς εις
     κλητική ! -σῐ εις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ει
γεν-δοτ τοῖν  -σέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
-σις < και μορφή -τις < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *-tis [1]
> -σις {(καθαρεύουσα) > στην κοινή νεοελληνική: -ση

  Επίθημα

επεξεργασία

-σις θηλυκό

Δείτε επίσης

επεξεργασία

και

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.