Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δραστικός η δραστική το δραστικό
      γενική του δραστικού της δραστικής του δραστικού
    αιτιατική τον δραστικό τη δραστική το δραστικό
     κλητική δραστικέ δραστική δραστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δραστικοί οι δραστικές τα δραστικά
      γενική των δραστικών των δραστικών των δραστικών
    αιτιατική τους δραστικούς τις δραστικές τα δραστικά
     κλητική δραστικοί δραστικές δραστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δραστικός < αρχαία ελληνική δραστικός ("αυτός που δρα") < δρᾶσις + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δραστικός, -ή, ό

  1. που αναπτύσσει δράση ώστε να φέρει άμεσα αποτελέσματα
    θα πάρουμε δραστικά μέτρα
  2. που ενεργεί, που έχει επίδραση πάνω σε κάτι, σε αντιδιαστολή με κάτι αδρανές
    αυτό το φάρμακο περιέχει τα εξής δραστικά συστατικά...

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία