Ετυμολογία

επεξεργασία

δραστικά < δραστικός

  Επίρρημα

επεξεργασία

δραστικά

  1. με δραστικό τρόπο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτου

επεξεργασία

δραστικά

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραστικό
  2. δραστικά (ουσιαστικά): (γλωσσολογία) όσα ουσιαστικά δηλώνουν το πρόσωπο που ενεργεί