Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βάσις βάσει βάσεις
Γενική βάσεως βασέοιν βάσεων
Δοτική βάσει βασέοιν βάσεσι(ν)
Αιτιατική βάσιν βάσει βάσεις
Κλητική βάσι βάσει βάσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάσις < *βα-τις < θέμα βᾱ- όπως και στο ρήμα βαίνω[1] < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷem-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάσις θηλυκό

  1. βάδισμα
  2. βήμα
  3. χορευτικός βηματισμός
  4. μετρική μονάδα
  5. σειρά
  6. βάση
    και στην καθαρεύουσα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

θέμα βα-

άλλα θέματα

και δείτε τη λέξη βαίνω

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία