Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάσις < αρχαία ελληνική βάσις < βαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάσις θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βάσις βάσει βάσεις
Γενική βάσεως βασέοιν βάσεων
Δοτική βάσει βασέοιν βάσεσι(ν)
Αιτιατική βάσιν βάσει βάσεις
Κλητική βάσι βάσει βάσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάσις < βαίνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷem-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάσις θηλυκό

  1. βάδισμα
  2. βήμα
  3. χορευτικός βηματισμός
  4. μετρική μονάδα
  5. σειρά
  6. βάση

ΣύνθεταΕπεξεργασία