Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μετάβασις μεταβάσει μεταβάσεις
Γενική μεταβάσεως μεταβασέοιν μεταβάσεων
Δοτική μεταβάσει μεταβασέοιν μεταβάσεσι(ν)
Αιτιατική μετάβασιν μεταβάσει μεταβάσεις
Κλητική μετάβασι μεταβάσει μεταβάσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετάβασις < μεταβαίνω + -σις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετάβασις θηλυκό

  1. μετάβαση
  2. μεταφορά
  3. μετακίνηση
  4. αλλαγή

  ΠηγέςΕπεξεργασία