Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλλαγή < αρχαία ελληνική ἀλλαγή < ἀλλάσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλλαγή

  1. η ενέργεια του αλλάζω
    έκανε μια αλλαγή στις ρυθμίσεις και έτρεξε την εφαρμογή ξανά
  2. το αποτέλεσμα του αλλάζω, η διαφορά που προκαλείται από την ενέργεια
    η αλλαγή στη συμπεριφορά του ήταν απροσδόκητη
  3. ...

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία