Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκάντζα οι σκάντζες
      γενική της σκάντζας
    αιτιατική τη σκάντζα τις σκάντζες
     κλητική σκάντζα σκάντζες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκάντζα < βενετικά scangia

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκάντζα θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • σκάντζα βάρδια : αλλαγή βάρδιας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία