Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tʃeɪndʒ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
change changes

change (en)

  1. αλλαγή
  2. ψιλά (νομίσματα)
  3. ρέστα

  ΡήμαΕπεξεργασία

change (en)