Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

alter < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɔl.tə(ɹ)/

  ΡήμαΕπεξεργασία

alter (en)

  1. (μεταβατικό) Αλλάζω τη μορφή ή τη δομή.
  2. (αμετάβατο) Μεταλλάσσομαι, γίνομαι διαφορετικός.
  3. (μεταβατικό) Μεταποιώ τα ενδύματα ώστε να ταιριάζουν στο σώμα.
  4. (μεταβατικό) Ευνουχίζω ένα ζώο.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

alter (en)

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

alter < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *hélteros

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

alter (αόριστη αντωνυμία ή αντωνυμικό επίθετο)

  1. άλλος

ΚλίσηΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική alter altera alterum alterī alterae altera
γενική alterīus alterīus alterīus alterōrum alterārum alterōrum
δοτική alterī alterī alterī alterīs alterīs alterīs
αιτιατική alterum alteram alterum alterōs alterās altera
κλητική - - - - - -
αφαιρετική alterō alterā alterō alterīs alterīs alterīs
(Αντωνυμίες)(Αντωνυμικά επίθετα)