Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφηρημένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος αφαιρώ.
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αφηρημένος η αφηρημένη το αφηρημένο
      γενική του αφηρημένου της αφηρημένης του αφηρημένου
    αιτιατική τον αφηρημένο την αφηρημένη το αφηρημένο
     κλητική αφηρημένε αφηρημένη αφηρημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αφηρημένοι οι αφηρημένες τα αφηρημένα
      γενική των αφηρημένων των αφηρημένων των αφηρημένων
    αιτιατική τους αφηρημένους τις αφηρημένες τα αφηρημένα
     κλητική αφηρημένοι αφηρημένες αφηρημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αφηρημένος αρσενικό, αφηρημένη θηλυκό, αφηρημένο ουδέτερο

  1. που δεν έχει εστιάσει την προσοχή του ή σκέφτεται διαφορετικά πράγματα από αυτά που συζητιούνται ή συμβαίνουν
    είσαι πολύ αφηρημένη τελευταία
  2. αυτός που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός με τις αισθήσεις αλλά με τη διάνοια, ο μη αισθητός
    οι πλατωνικές Ιδέες είναι άυλες, αιώνιες κι αφηρημένες οντότητες
  3. αφηρημένο ουσιαστικό: το ουσιαστικό που δηλώνει μια έννοια που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με τις αισθήσεις, π.χ. δικαιοσύνη, αρετή, σοφία, αλήθεια, αριθμός κ.λπ.
  4. αφηρημένοι αριθμοί: οι αριθμοί που δεν αντιστοιχούν σε συγκεκριμένη ποσότητα ή μέγεθος ή δε δηλώνουν συγκεκριμένο είδος μονάδων, π.χ. 11, 45, 17 σε αντιδιαστολή προς τους 11 μήνες, 45 μαθητές, 17 χιλιόμετρα
  5. καθετί που στην τέχνη χρησιμοποιεί μόνο σχήματα και γραμμές χωρίς αναπαριστά πιστά την πραγματικότητα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία