Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφηρημένα < αφηρημένος +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αφηρημένα

Η Ιωάννα, απ' την καρέκλα της, κοίταζε έξω απ' το παράθυρο αφηρημένα. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αφηρημένα