Δείτε επίσης: Σοφία, Σόφια

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σοφία οι σοφίες
      γενική της σοφίας των σοφιών
    αιτιατική τη σοφία τις σοφίες
     κλητική σοφία σοφίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σοφία < αρχαία ελληνική σοφία < σοφός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sap- (προσπαθώ, επιτυγχάνω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sɔ.ˈfi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σοφία θηλυκό

  1. το να είναι κάποιος σοφός, η ιδιότητα του σοφού, η επιτυχώς εφαρμοσμένη γνώση του κόσμου και των πραγμάτων
  2. (πληθυντικός) σοφίες: (ειρωνικό) απόψεις και συμπεριφορές που φαίνονται σοφές και σημαντικές, ενώ είναι το αντίθετο
     συνώνυμα: εξυπνάδες, σοφιστείες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία