Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάνοια οι διάνοιες
      γενική της διάνοιας των διανοιών
    αιτιατική τη διάνοια τις διάνοιες
     κλητική διάνοια διάνοιες
όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάνοια < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική διάνοιαδείτε τη λέξη νους

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάνοια θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάνοια < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάνοια θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία