Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική έξυπνος έξυπνη έξυπνο
γενική έξυπνου έξυπνης έξυπνου
αιτιατική έξυπνο έξυπνη έξυπνο
κλητική έξυπνε έξυπνη έξυπνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έξυπνοι έξυπνες έξυπνα
γενική έξυπνων έξυπνων έξυπνων
αιτιατική έξυπνους έξυπνες έξυπνα
κλητική έξυπνοι έξυπνες έξυπνα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

έξυπνος < μεταγενέστερη ελληνική ἔξυπνος < ἐξ + ὕπνος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.ksi.pnɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

έξυπνος

  1. που καταλαβαίνει δύσκολα πράγματα (κυρίως σε πραγματικές συνθήκες), κρίνει πολύπλοκες καταστάσεις με σχετική άνεση κι έχει την ικανότητα να δρα καίρια εφαρμόζοντας την παραγωγική-λειτουργική σκέψη του στην πράξη
    πολλοί πιστεύουν ότι πρέπει κάποιος να είναι έξυπνος για να τα καταφέρει στα μαθηματικά, κι έχουν δίκιο διότι η ευφυΐα (έστω και κάποια ειδική όπως η μαθηματική ικανότητα) σχετίζεται με σαφείς ικανότητες (αποδοτικές, όχι αναγκαστικά εντυπωσιακές), ενώ αντίθετα η βλακεία αν δεν είναι τρομακτική, σχετίζεται με ασαφείς υπεκφυγές
      συνώνυμα: ευφυής, ιδιοφυής, μεγαλοφυής, οξύνους· (μεταφορικά) αετός, ατσίδα, διαβόλου κάλτσα, διάνοια, ιδιοφυΐα, μυαλό, ξεφτέρι, ξύπνιος, που πιάνει πουλιά στον αέρα, σπίθα, σπίρτο, τσακάλι, τζίνι, φωστήρας
  2. που φανερώνει κατανόηση και υψηλή αντίληψη
    η ανακοίνωση πρόωρων εκλογών ήταν μία έξυπνη τακτική

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΡητάΕπεξεργασία

  • έξυπνο το περιεκτικά σωστό και όχι το (άσκοπα) περίπλοκο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία