Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ατσίδα οι ατσίδες
      γενική της ατσίδας των ατσίδων
    αιτιατική την ατσίδα τις ατσίδες
     κλητική ατσίδα ατσίδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατσίδα < μεσαιωνική ελληνική ἀτσίδα < αρχαία ελληνική ἰκτίς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ατσίδα θηλυκό

  1. νυφίτσα
  2. (μεταφορικά) πολύ έξυπνος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία