Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξυπνητός η ξυπνητή το ξυπνητό
      γενική του ξυπνητού της ξυπνητής του ξυπνητού
    αιτιατική τον ξυπνητό την ξυπνητή το ξυπνητό
     κλητική ξυπνητέ ξυπνητή ξυπνητό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξυπνητοί οι ξυπνητές τα ξυπνητά
      γενική των ξυπνητών των ξυπνητών των ξυπνητών
    αιτιατική τους ξυπνητούς τις ξυπνητές τα ξυπνητά
     κλητική ξυπνητοί ξυπνητές ξυπνητά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξυπνητός < ξυπνώ + -τός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξυπνητός, -ή, -ό

  1. που έχει ξυπνήσει
    ※  Η γριά δεν ήξερες πότε κοιμάται και πότε είναι ξυπνητή. (Γιώργος Ιωάννου, Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας)
  2. που δεν έχει κοιμηθεί
  3. (παρωχημένο) έξυπνος
    Τὰ παιδία τὸν ἐκοίταζαν μὲ ἀπλανῆ ὄμματα, ἀπολιθωμένα ἀπὸ τὸν φόβον. Ἀλλ’ ὁ Στάμος, ὅστις ἦτο δωδεκαετὴς καὶ ξυπνητός, ἐνόησεν ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι δὲν ἦτο φάντασμα. Ὁ φόβος του ἐμετριάσθη, καὶ μετέδωκε θάρρος καὶ εἰς τὸν Ἀργύρην. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία