Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξυπνάω < ξυπν(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξυπνῶ < ἐξυπνῶ < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἐξυπνῶ, συνηρημένος τύπος του ἐξυπνόω < ἔξυπνος < ἐξ + αρχαία ελληνική ὕπνος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ksiˈpna.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξυ‐πνά‐ω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξυπνάω/ξυπνώ, αόρ.: ξύπνησα, μτχ.π.π.: ξυπνημένος (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (μεταβατικό) διακόπτω τον ύπνο κάποιου
    θα ξυπνήσεις το μωρό με τις φωνές σου
  2. (αμετάβατο) σταματώ να κοιμάμαι
    αύριο θα ξυπνήσω νωρίς - ξυπνάω κάθε πρωί στις επτά
  3. (μεταφορικά)
    1. (μεταβατικό) αφυπνίζω κάποιον που ζει με ψευδαισθήσεις, σε μια ονειρική πραγματικότητα ή είναι αδρανής
    2. (αμετάβατο) σταματάω να έχω ψευδαισθήσεις, να ζω σε μια ονειρική πραγματικότητα ή να είμαι αδρανής, αφυπνίζομαι
      ξύπνα επιτέλους, η ζωή αλλάζει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις έξυπνος και ύπνος

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία