Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφυπνίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος αφυπνίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αφυπνίζομαι

  1. ξυπνώ
  2. (μεταφορικά) επανέρχομαι στην πραγματικότητα, ξεφεύγω από τον ονειρικό κόσμο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία