Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κουτός κουτή κουτό
γενική κουτού κουτής κουτού
αιτιατική κουτό κουτή κουτό
κλητική κουτέ κουτή κουτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κουτοί κουτές κουτά
γενική κουτών κουτών κουτών
αιτιατική κουτούς κουτές κουτά
κλητική κουτοί κουτές κουτά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουτός < κουτόμυαλος < κοττόμυαλος (που έχει μυαλό κότας) < αρχαία ελληνική κόττος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κουτός, -ή, -ό

  1. (για άνθρωπο) που έχει χαμηλή νοημοσύνη, που δεν είναι έξυπνος
  2. (σε οικείο τόνο) που δεν καταλαβαίνει κάτι συγκεκριμένο για το οποίο γίνεται λόγος
    βρε κουτέ, δεν καταλαβαίνεις ότι αυτά στα κάνει για να την προσέξεις;
  3. (για ενέργειες ή λόγια) που δείχνει κουταμάρα
    αυτό που έκανες ήταν πολύ κουτό

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία