Το ψάρι κόττος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόττος κόττω κόττοι
Γενική κόττου κόττοιν κόττων
Δοτική κόττ κόττοιν κόττοις
Αιτιατική κόττον κόττω κόττους
Κλητική κόττε κόττω κόττοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόττος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόττος

  1. κόκορας
    Συνώνυμα: ἀλέκτωρ, ἀλεκτρυών
  2. είδος ίππου
  3. ψάρι του γλυκού νερού
  4. κύβος, ζάρι