Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κόκορας οι κόκορες
      γενική του κόκορα των κοκόρων
    αιτιατική τον κόκορα τους κόκορες
     κλητική κόκορα κόκορες
Και γενική ενικού του κοκόρου
Και πληθυντικός οι κοκόροι
Δείτε και το ουδέτερο το κοκόρι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόκορας < (ηχομιμητική λέξη) (από το κο κο)
για τον επικρουστήρα όπλου < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική cock[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɔ.kɔ.ɾas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ένας κόκορας

κόκορας αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) το αρσενικό της κότας
  2. ο επικρουστήρας των πυροβόλων όπλων

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Επιπλέον τύποι: γενική ενικού του κοκόρου, ονομαστική πληθυντικού οι κοκόροι, αιτιατική πληθυντικού τους κοκόρους

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κάνω τον κόκορα : παριστάνω τον γενναίο, χωρίς να είμαι
  • κοκόρου γνώση : έλλειψη εξυπνάδας
  • μαλώνουν σαν κοκόρια : καβγαδίζουν συνέχεια → δείτε τη λέξη κοκόρι
  • όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει : όταν εμπλέκονται πολλοί άνθρωποι σε μια υπόθεση, τα πράγματα εξελίσσονται με αργούς ρυθμούς ή τα αποτελέσματα δεν είναι θετικά
  • τα φορτώνω στον κόκορα : αδιαφορώ για, εγκαταλείπω μια δουλειά που πρέπει να κάνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία