Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πετεινός οι πετεινοί
      γενική του πετεινού των πετεινών
    αιτιατική τον πετεινό τους πετεινούς
     κλητική πετεινέ πετεινοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πετεινός < αρχαία ελληνική πετεινός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πετεινός αρσενικό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πετεινός πετεινή πετεινόν πετεινοί πετειναί πετεινά
Γενική πετεινοῦ πετεινῆς πετεινοῦ πετεινῶν πετεινῶν πετεινῶν
Δοτική πετεινῷ πετεινῇ πετεινῷ πετεινοῖς πετειναῖς πετεινοῖς
Αιτιατική πετεινόν πετεινήν πετεινόν πετεινούς πετεινάς πετεινά
Κλητική πετεινέ πετεινή πετεινόν πετεινοί πετειναί πετεινά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πετεινώ πετεινά
Γενική-Δοτική πετεινοῖν πετειναῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πετεινός < πέτομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πετεινός αρσενικό

  1. αυτός που μπορεί να πετάξει
  2. πτερωτός
  3. ιπτάμενος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία