Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἀλέκτωρ ἀλέκτορες
Γενική ἀλέκτορος ἀλεκρόρων
Δοτική ἀλέκτορι ἀλέκτορσι
Αιτιατική ἀλέκτορα ἀλέκτορας
Κλητική ἀλέκτορ ἀλέκτορες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. ἀλέκτωρ < ἀλέξω
  2. ἀλέκτωρ < ἀ- + λέκτρον < λέγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀλέκτωρ αρσενικό (ποιητικός τύπος του ἀλεκτρυών)

  1. κόκορας, πετεινός
    Ἀμὴν λέγω σοι ὅτι σὺ σήμερον ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ πρὶν ἢ δὶς ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με. (Κατά Μάρκον, 14, 26-30)
  2. άγαμος
    Συνώνυμα: ἄλεκτρος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία