Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοκορεύομαι < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

κοκορεύομαι

  1. συμπεριφέρομαι όπως ο κόκορας προβάλλοντας κάποιο στοιχείο μου ώστε να προκαλέσω εντυπώσεις

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία