Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κότα οι κότες
      γενική της κότας των (κοτών)
    αιτιατική την κότα τις κότες
     κλητική κότα κότες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κότα < από το θηλυκό του μεταγενέστερου κόττος ή κοττός (πετεινός)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'kɔ.ta/
συλλαβισμός: κό‐τα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
Μια κότα

κότα θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) θηλυκό οικόσιτο πουλί (Gallus gallus) που εκτρέφεται κυρίως για τα αβγά του• το αρσενικό λέγεται κόκορας ή πετεινός και το νεαρό πουλί κοτόπουλο
     συνώνυμα: κακάβα, νοσσίδα, όρνιθα, πουλάδα
  2. (μειωτικό) γυναίκα χωρίς μυαλό που νοιάζεται μόνο για την εμφάνισή της ή για το κουτσομπολιό
  3. (μειωτικό) δειλός άνθρωπος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ζαλισμένη κότα : μεθυσμένος
  • βρεγμένη κότα : δειλός
  • ζωή και κότα : καλοπέραση
  • κοιμάται με τις κότες : κοιμάται πολύ νωρίς
  • να φάνε και οι κότες : λέγεται για κάτι που υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα
  • η γριά η κότα έχει το ζουμί: η εμπειρία αποδεικνύεται προτιμότερη από τη νεαρή ηλικία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία