Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

αβγά ουδέτερο

  1. αβγό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού