Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κοτέτσι τα κοτέτσια
      γενική του κοτετσιού των κοτετσιών
    αιτιατική το κοτέτσι τα κοτέτσια
     κλητική κοτέτσι κοτέτσια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοτέτσι < σλαβική котац (kɔ̌tat͡s: χοιροστάσιο) < πρωτοσλαβική *kotьcь (=φωλιά, αποθήκη) + (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοτέτσι ουδέτερο

  1. μικρό σπιτάκι ή κλουβί όπου ζουν κότες
     συνώνυμα: ορνιθώνας, κουμάσι
  2. (μεταφορικά) (οικείο) (για διαμέρισμα) μικρό και στενό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία