Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάττος αρσενικό


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάττος κάττω κάττοι
Γενική κάττου κάττοιν κάττων
Δοτική κάττ κάττοιν κάττοις
Αιτιατική κάττον κάττω κάττους
Κλητική κάττε κάττω κάττοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάττος < κάττ(α) + -ος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάττος αρσενικό (ελληνιστική κοινή)