Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γάτος οι γάτοι
      γενική του γάτου των γάτων
    αιτιατική τον γάτο τους γάτους
     κλητική γάτε γάτοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάτος < από το ιταλικό gatto < Από το λατινικό cᾰttu, προέλευση αβέβαιη.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɣa.tos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάτος αρσενικό (πληθυντικός γάτοι)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία