Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξεφτέρι τα ξεφτέρια
      γενική του ξεφτεριού των ξεφτεριών
    αιτιατική το ξεφτέρι τα ξεφτέρια
     κλητική ξεφτέρι ξεφτέρια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεφτέρι < μεσαιωνική ελληνική ξεφτέριν < ξυπτέριν < ἐξυπτέριον < ελληνιστική κοινή ὀξυπτέριον (για το γεράκι και την ταχύτητά του)[1] < αρχαία ελληνική ὠκύπτερος < ὀξύς, ὠκύς + πτέρυξ < ινδοευρωπαϊκής αρχής, όπως και η συγγενής λατινική λέξη accipiter (με αιχμηρά φτερά)[2]
 
Ενήλικο θηλυκό ξεφτέρι σε πτήση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξεφτέρι ουδέτερο

  1. λαϊκή ονομασία αρπαχτικού πουλιού (Accipiter nisus) που μοιάζει με γεράκι με χαρακτηριστικό ξανθό χρώμα στα φτερά των ποδιών, πάρα πολύ γρήγορο σε σημείο να μπορεί να συλλαμβάνει μικρά πουλιά στον αέρα
  2. κάποιος που γνωρίζει πολύ καλά ένα αντικείμενο ή έναν τομέα σε βαθμό που να είναι πολύ γρήγορος στην εξεύρεση λύσεων και την αντιμετώπιση καταστάσεων σε σχέση με το αντικείμενο
    έχει γίνει πια ξεφτέρι στη δουλειά που κάνει
    είναι ξεφτέρι στα φιλολογικά αλλά σκράπας στη βιολογία
  3. (κατ' επέκταση) πολύ εύστροφος και έξυπνος άνθρωπος
  4. για τα ξεφτέρια, τα εξαπτέρυγα της Εκκλησίας, μπορείτε να δείτε το αντίστοιχο λήμμα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

είδη γερακιών:

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Ξεφτέρης (επώνυμο)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. ξεφτέρι στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.