Ελληνικά (el)

 
1. το πτηνό μπούφος
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπούφος οι μπούφοι
      γενική του μπούφου των μπούφων
    αιτιατική τον μπούφο τους μπούφους
     κλητική μπούφο
(μπούφε)
μπούφοι
όπως «υπνάκος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

μπούφος < μεσαιωνική ελληνική μποῦφος / βοῦφος < ιταλική bufo

  Προφορά

ΔΦΑ : /ˈbu.fɔs/

  Ουσιαστικό

μπούφος αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) είδος νυχτόβιου αρπακτικού πουλιού (Bubo bubo) που συγγενεύει με την κουκουβάγια. Είναι το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό νυχτόβιο πουλί
  2. (μεταφορικά) ο βλάκας, ο κουτός, ο χαζός, ο ηλίθιος
  3. (αργκό) το τρίχωμα των γυναικείων γεννητικών οργάνων

Δείτε επίσης

  Μεταφράσεις