Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αισθητός αισθητή αισθητό
γενική αισθητού αισθητής αισθητού
αιτιατική αισθητό αισθητή αισθητό
κλητική αισθητέ αισθητή αισθητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αισθητοί αισθητές αισθητά
γενική αισθητών αισθητών αισθητών
αιτιατική αισθητούς αισθητές αισθητά
κλητική αισθητοί αισθητές αισθητά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αισθητός < αἴσθησις (η αντίληψη και η κατανόηση) < αἰσθάνομαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.sθi.ˈtɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αισθητός, -η -ο

  1. που γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις
ο σεισμός έγινε αισθητός σε όλη τη νοτιοδυτική χώρα
  1. σημαντικός, αξιοσημείωτος
δεν υπάρχει αισθητή διαφορά
  1. έντονος, που προκαλεί αίσθηση
η απουσία της ήταν αισθητή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία