Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αίσθημα τα αισθήματα
      γενική του αισθήματος των αισθημάτων
    αιτιατική το αίσθημα τα αισθήματα
     κλητική αίσθημα αισθήματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αίσθημα < αρχαία ελληνική αἴσθημα < αἰσθάνομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αίσθημα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα της επενέργειας των εξωτερικών ερεθισμάτων στον οργανισμό διά των αισθήσεων
    το αίσθημα του ψύχους
    • το αποτέλεσμα της επενέργειας εσωτερικών ερεθισμάτων στον οργανισμό
      το αίσθημα της πείνας, της δίψας, της κόπωσης
  2. ψυχική κατάσταση που σχετίζεται με την αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό μας
    ξεκινάμε την προσπάθεια με υψηλό αίσθημα ευθύνης
    σε όλη του τη ζωή βασανιζόταν από αίσθημα κατωτερότητας
  3. σύνολο αντιλήψεων και συναισθημάτων που καθορίζουν τη στάση ενός ατόμου
    άνθρωπος με αισθήματα, το αίσθημα του δικαίου
  4. ένα σύνολο αντιλήψεων που αφορούν σε ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού
    το κοινό αίσθημα, το θρησκευτικό αίσθημα του λαού
  5. συναίσθημα
    έχω ένα δυσάρεστο αίσθημα, αλλά δεν ξέρω γιατί
    αντιμετωπίζει την κατάσταση με ανάμεικτα αισθήματα
    • ιδιαίτερα το ερωτικό συναίσθημα
      τους συνδέει ένα βαθύ αίσθημα
      • (λαϊκό, συνεκδοχή) το πρόσωπο με το οποίο συνδέομαι ερωτικά
        πώς τα πας με το αίσθημα;

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

αισθάνομαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία