Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αισθηματικός αισθηματική αισθηματικό
γενική αισθηματικού αισθηματικής αισθηματικού
αιτιατική αισθηματικό αισθηματική αισθηματικό
κλητική αισθηματικέ αισθηματική αισθηματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αισθηματικοί αισθηματικές αισθηματικά
γενική αισθηματικών αισθηματικών αισθηματικών
αιτιατική αισθηματικούς αισθηματικές αισθηματικά
κλητική αισθηματικοί αισθηματικές αισθηματικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αισθηματικός < αίσθημα + -ικός < αισθάνομαι ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά sentimental)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αισθηματικός -ή -ό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία