Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο έρωτας οι έρωτες
      γενική του έρωτα των ερώτων
    αιτιατική τον έρωτα τους έρωτες
     κλητική έρωτα έρωτες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έρωτας < αρχαία ελληνική ἔρως < ἔραμαι / ἐράω / ἐρῶ < (ίσως) προελληνική[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.ɾɔ.tas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έρωτας ουδέτερο

  1. σαρκική έλξη ενός ατόμου προς άλλο, έντονη επιθυμία ή αγάπη, υπερβολική αφοσίωση
  2. η σχέση μεταξύ ερωτευμένων
  3. το αντικείμενο της ερωτικής επιθυμίας
  4. η σαρκική επαφή, η ερωτική πράξη
  5. βαθιά έλξη ή ενδιαφέρον
    έχω έρωτα με τα ιταλικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.