Δείτε επίσης: ἐραστής

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εραστής οι εραστές
      γενική του εραστή των εραστών
    αιτιατική τον εραστή τους εραστές
     κλητική εραστή εραστές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εραστής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐραστής (που αγαπάει με πάθος) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amant [1])

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.ɾaˈstis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐ρα‐στής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εραστής αρσενικό (θηλυκό εράστρια)

  1. που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο
    → δείτε και τη λέξη  αγαπητικός / αγαπητικιά, γκόμενος / γκόμενα, ερωμένος / ερωμένη
  2. που αγαπάει κάποιο άτομο
  3. (κατʼ επέκταση) που αγαπάει πολύ κάτι
    Ο Χ / η Χ είναι εραστής της τέχνης (και για τα δύο γένη)
    ※  Είναι περιβόλι ο Τάσος, έξω καρδιά, εραστής μιας τέχνης που ελάχιστοι την κατέχουν πια. (@enet.gr)
  4. που δραστηριοποιείται έντονα στον σεξουαλικό τομέα
    ※  Σαν γνήσιος λατίνος εραστής, την αδυναμία του για το ωραίο φύλο ουδέποτε την έκρυψε. Θαυμάζει την ομορφιά και το φωνάζει, αρνείται όμως κατηγορηματικά την οποιαδήποτε παρεκτροπή. (@tovima.gr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
ερασ- 

με ερασ-

με ερωτ- → δείτε τη λέξη έρωτας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία