Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εραστής οι εραστές
      γενική του εραστή των εραστών
    αιτιατική τον εραστή τους εραστές
     κλητική εραστή εραστές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εραστής < αρχαία ελληνική ἐραστής < ἐράω / ἐρῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική amant)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εραστής αρσενικό (και ενίοτε θηλυκό) (θηλυκό: εράστρια, ερωμένη)

  1. που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο
     συνώνυμα: αγαπητικός / αγαπητικιά, γκόμενος / γκόμενα, ερωμένος / ερωμένη
  2. που αγαπάει κάποιο άτομο
  3. (κατ' επέκταση) που αγαπάει πολύ κάτι
    Είναι περιβόλι ο Τάσος, έξω καρδιά, εραστής μιας τέχνης που ελάχιστοι την κατέχουν πια. (*)
  4. που δραστηριοποιείται έντονα στον σεξουαλικό τομέα
    Σαν γνήσιος λατίνος εραστής, την αδυναμία του για το ωραίο φύλο ουδέποτε την έκρυψε. Θαυμάζει την ομορφιά και το φωνάζει, αρνείται όμως κατηγορηματικά την οποιαδήποτε παρεκτροπή. (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία