Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γκόμενος οι γκόμενοι
      γενική του γκόμενου των γκόμενων
    αιτιατική τον γκόμενο τους γκόμενους
     κλητική γκόμενε γκόμενοι
όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γκόμενος < είτε από το γκόμενα, είτε από την ιταλική gommeno

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γκόμενος αρσενικό

  1. (λαϊκό ή χυδαίο) αυτός με τον οποίο , κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις
  2. (λαϊκό ή χυδαίο) ο ωραίος άντρας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη γκόμενα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία