Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγαπητικός < αγάπη + -τ- + -ικός (πιθανώς από το αγαπήσω όπου το σ γίνεται τ όπως νεύρωση > νευρωτικός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγαπητικός η αγαπητική το αγαπητικό
      γενική του αγαπητικού της αγαπητικής του αγαπητικού
    αιτιατική τον αγαπητικό την αγαπητική το αγαπητικό
     κλητική αγαπητικέ αγαπητική αγαπητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγαπητικοί οι αγαπητικές τα αγαπητικά
      γενική των αγαπητικών των αγαπητικών των αγαπητικών
    αιτιατική τους αγαπητικούς τις αγαπητικές τα αγαπητικά
     κλητική αγαπητικοί αγαπητικές αγαπητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

αγαπητικός, -ή, -ό

αγαπητική σχέση







  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγαπητικός οι αγαπητικοί
      γενική του αγαπητικού των αγαπητικών
    αιτιατική τον αγαπητικό τους αγαπητικούς
     κλητική αγαπητικέ αγαπητικοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

αγαπητικός αρσενικό, (αγαπητικιά θηλυκό)

  1. ο αγαπημένος, αυτός με τον οποίο κάποια έχει σχέση
  2. ο εραστής
  3. (παρωχημένο) αυτός που ζει εκμεταλλευόμενος χρηματικά τις γυναίκες
     συνώνυμα: προαγωγός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία