Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ερωτύλος οι ερωτύλοι
      γενική του ερωτύλου των ερωτύλων
    αιτιατική τον ερωτύλο τους ερωτύλους
     κλητική ερωτύλε ερωτύλοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ερωτύλος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ερωτύλος αρσενικό

  1. αυτός που του αρέσει να ερωτοτροπεί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία