Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αισθητικός η αισθητική το αισθητικό
      γενική του αισθητικού της αισθητικής του αισθητικού
    αιτιατική τον αισθητικό την αισθητική το αισθητικό
     κλητική αισθητικέ αισθητική αισθητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αισθητικοί οι αισθητικές τα αισθητικά
      γενική των αισθητικών των αισθητικών των αισθητικών
    αιτιατική τους αισθητικούς τις αισθητικές τα αισθητικά
     κλητική αισθητικοί αισθητικές αισθητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αισθητικός < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αισθητικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στην ομορφιά και την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας
    αισθητική αγωγή, αισθητικοί κανόνες
  2. σχετικός με την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος
    αισθητική αποκατάσταση, αισθητική χειρουργική
  3. (ιατρική) σχετικός με τις αισθήσεις
    αισθητικό νεύρο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αισθητικός οι αισθητικοί
      γενική του αισθητικού των αισθητικών
    αιτιατική τον αισθητικό τους αισθητικούς
     κλητική αισθητικέ αισθητικοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αισθητικός αρσενικό ή θηλυκό

  1. που ασχολείται με την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας
  2. (επάγγελμα) που ασχολείται επαγγελματικά με την ομορφιά και την περιποίηση του ανθρώπινου σώματος, π.χ. των μαλλιών, των νυχιών, του προσώπου
  3. (επάγγελμα) που εργάζεται σε ινστιτούτο αισθητικής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία