Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αισθητική < αρχαία ελληνική αἰσθητικός < αἴσθησις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αισθητική θηλυκό

  1. ο κλάδος της φιλοσοφίας που μελετά τα ερωτήματα τα σχετικά με τη φύση του ωραίου
  2. η ιδιαίτερη άποψη για το ωραίο που αποπνέει κάτι
    η αισθητική του χώρου
  3. η ενασχόληση με την ομορφιά και την περιποίηση του σώματος (προσώπου, μαλλιών κλπ)
    Ινστιτούτο Αισθητικής

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αισθητική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία