Δείτε επίσης: είδος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -ειδής η -ειδής το -ειδές
      γενική του -ειδούς της -ειδούς του -ειδούς
    αιτιατική τον -ειδή τη(ν) -ειδής το -ειδές
     κλητική -ειδή(ς) -ειδής -ειδές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -ειδείς οι -ειδείς τα -ειδή
      γενική των -ειδών των -ειδών των -ειδών
    αιτιατική τους -ειδείς τις -ειδείς τα -ειδή
     κλητική -ειδείς -ειδείς -ειδή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ειδής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -ειδής < εἶδος

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ειδής, -ής, -ές

ΣύνθεταΕπεξεργασία



αρχαία ελληνικάΕπεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ -ειδής τὸ -ειδές οἱ, αἱ -ειδεῖς τὰ -ειδ
Γενική τοῦ, τῆς -ειδοῦς τοῦ -ειδοῦς τῶν -ειδῶν τῶν -ειδῶν
Δοτική τῷ, τῇ -ειδεῖ τῷ -ειδεῖ τοῖς, ταῖς -ειδέσι(ν) τοῖς -ειδέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν -ειδ τὸ -ειδές τοὺς, τὰς -ειδεῖς τὰ -ειδ
Κλητική -ειδές -ειδές -ειδεῖς -ειδ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική -ειδεῖ
Γενική-Δοτική -ειδοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ειδής < εἶδος + κατάληξη -ής < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wéydos < *weyd- (βλέπω)

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ειδής, -ής, -ές

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Αλλόγλωσσα παράγωγαΕπεξεργασία