Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δυσειδής η δυσειδής το δυσειδές
      γενική του δυσειδούς της δυσειδούς του δυσειδούς
    αιτιατική τον δυσειδή τη δυσειδής το δυσειδές
     κλητική δυσειδή(ς) δυσειδής δυσειδές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δυσειδείς οι δυσειδείς τα δυσειδή
      γενική των δυσειδών των δυσειδών των δυσειδών
    αιτιατική τους δυσειδείς τις δυσειδείς τα δυσειδή
     κλητική δυσειδείς δυσειδείς δυσειδή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυσειδής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δυσειδής. Αναλύετει σε δυσ- + -ειδής

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðis.iˈðis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δυ‐σει‐δής
παλαιός συλλαβισμός: δυσ‐ει‐δής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δυσειδής, -ής, -ές (παραθετικά: δυσειδέστερος, δυσειδέστατος)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία