Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άσχημος άσχημη άσχημο
γενική άσχημου άσχημης άσχημου
αιτιατική άσχημο άσχημη άσχημο
κλητική άσχημε άσχημη άσχημο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άσχημοι άσχημες άσχημα
γενική άσχημων άσχημων άσχημων
αιτιατική άσχημους άσχημες άσχημα
κλητική άσχημοι άσχημες άσχημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άσχημος < αρχαία ελληνική ἄσχημος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.sçi.mɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άσχημος -η -ο και άσκημος

  • αυτός που έχει δυσάρεστη όψη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία